μελάγχρως


μελάγχρως
μελάγ-χροος, u. μελάγ-χρως, ωτος, von schwarzer, dunkler Farbe, schwarzer, dunkelfarbiger Haut, bes. von der bräunlichen, kräftigen Gesichtsfarbe des viel im Freien lebenden Mannes

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μελάγχρως — μελάγχρως, ωτος, ὁ, ἡ (Α) βλ. μελάγχρους …   Dictionary of Greek

  • μελάγχρως — μέλαγχρος black skinned adverbial μέλαγχρος black skinned masc/fem acc pl (doric) μελάγχρους black skinned adverbial μελάγχρως black skinned masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχρώτεσσιν — μελάγχρως black skinned masc/fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάγχροες — μελάγχρως black skinned masc/fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάγχρωτα — μελάγχρως black skinned masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάγχρωτες — μελάγχρως black skinned masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάγχρους — και μελανόχρους ουν (ΑM μελάγχρους και μελανόχρους ουν, Α και μελάγχροος, οον και μελανόχροος και μελανίχροος, οον και μελάγχρως, ων και μελανόχρως, ὁ, ἡ, και μέλαγχρος, ον) μαυρειδερός, μελαχρινός, μελαψός, ηλιοκαμένος («μελάγχροές εἰσι καὶ… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.